Με μια ματιά…
• Η Λιποπρωτεΐνη(α) ή Lp(a) αποτελεί ανεξάρτητο προγνωστικό παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου και ασβεστοποιό στένωση της αορτικής βαλβίδας, ενώ τα πολύ αυξημένα επίπεδα σχετίζονται με αυξημένη καρδιαγγειακή θνητότητα και ισχαιμικά εγκεφαλικά επεισόδια.
• Τα όρια "κινδύνου" είναι: πάνω από 50 mg/dL (ή 125 nmol/L) θεωρείται υψηλό, κάτω από 30 mg/dL φυσιολογικό και 30–50 mg/dL είναι ενδιάμεσο.
• Η Lp(a) παρουσιάζει σημαντικές φυλετικές/εθνοτικές διακυμάνσεις, με τα υψηλότερα επίπεδα να παρατηρούνται σε άτομα αφρικανικής καταγωγής.
• Τα επίπεδα της Lp(a) συνήθως δεν μεταβάλλονται μετά την ηλικία των 5 ετών, εκτός από περιόδους σημαντικής φλεγμονής, ηπατικής νόσου ή νεφρικής νόσου· επομένως, η ερμηνεία των επιπέδων θα πρέπει να γίνεται με προσοχή κατά τις συγκεκριμένες περιόδους.
• Οι τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες υποστηρίζουν τη μέτρηση της μία φορά στη ζωή, για τα περισσότερα άτομα με αυξημένο κίνδυνο αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου.
• Αναπτύσσονται νέες θεραπευτικές προσεγγίσεις που στοχεύουν στη μετάφραση του γονιδίου της λιποπρωτεΐνης(α) (LPA).
• Οι ευρωπαϊκές κατευθυντήριες οδηγίες συγκλίνουν πως η Lp(a) μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο διαγνωστικό εργαλείο στην περαιτέρω σταδιοποίηση του καρδιαγγειακού κινδύνου.




